σμύρνα

σμύρνα
η
1) смирна, мирра; 2) зоол, мурена (рыба)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "σμύρνα" в других словарях:

  • σμύρνα — σμύρνᾱ , σμύρνα myrrh fem nom/voc/acc dual σμύρνα myrrh fem nom/voc sg σμύρνᾱ , σμύρνα myrrh fem nom/voc/acc dual (ionic) σμύρνᾱ , σμύρνα myrrh fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σμύρνα — Σμύρνᾱ , Σμύρνα of Smyrna fem nom/voc/acc dual Σμύρνα of Smyrna fem nom/voc sg Σμύρνᾱ , Σμύρνη fem nom/voc/acc dual Σμύρνᾱ , Σμύρνη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμύρνα — Αγκαθωτό μικρό δέντρο της οικογένειας των Βουρσεριδών. Η επιστημονική ονομασία του είναι κομμιοφόρος η αβησσυνιακή. Η σ. είναι ιθαγενές φυτό της Νότιας Αραβίας. Το ύψος της φτάνει τα 3 ως τα 5 μ., τα φύλλα της είναι φτερωτά και ο κορμός της έχει… …   Dictionary of Greek

  • σμύρνα — η 1. είδος αρωματικού φυτού. 2. είδος ψαριού, η σμέρνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σμύρνας — σμύρνᾱς , σμύρνα myrrh fem acc pl σμύρνᾱς , σμύρνα myrrh fem gen sg (doric aeolic) σμύρνᾱς , σμύρνα myrrh fem acc pl (ionic) σμύρνᾱς , σμύρνα myrrh fem gen sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σμύρνας — Σμύρνᾱς , Σμύρνα of Smyrna fem acc pl Σμύρνᾱς , Σμύρνα of Smyrna fem gen sg (doric aeolic) Σμύρνᾱς , Σμύρνη fem acc pl Σμύρνᾱς , Σμύρνη fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμύρναν — σμύρνα myrrh fem acc sg σμύρνᾱν , σμύρνα myrrh fem acc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμυρνῶν — σμύρνα myrrh fem gen pl σμύρνα myrrh fem gen pl (ionic) σμυρνόω embalm with myrrh pres part act masc voc sg (doric aeolic) σμυρνόω embalm with myrrh pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) σμυρνόω embalm with myrrh pres part act masc nom …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σμύρναν — Σμύρνα of Smyrna fem acc sg Σμύρνᾱν , Σμύρνη fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμύρνης — σμύρνα myrrh fem gen sg (attic epic ionic) σμύρνα myrrh fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμύρνῃ — σμύρνα myrrh fem dat sg (attic epic ionic) σμύρνα myrrh fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»